Wednesday

...become Wrath



Μια απόφαση ζωής που είχε πάρει παλιά ήταν ν
α μην ξαναγυρίσει στον παλιό κακό νευρικό εαυτό του, να μαζεύει όλα τα νεύρα και την οργή του σε ένα τσιγάρο που θα άναβε μετά, μόνος, ακουμπώντας με την πλάτη σε όποιο σκατένιο, υγρό τοίχο έβρισκε μπροστά του. Να γελοιοποιεί όσα τον έφεραν σ'εκείνη την κατάσταση αδιαφορώντας γι'αυτά, επιδεικτικά μπροστά στην θύμησή τους, σαν ένα γενναίο κωλοδάχτυλο στα μούτρα...



Βγήκε βιαστηκά από το κωλομάγαζο που μισούσε και πήγε στο πλάι. Άναψε τσιγάρο σαν αστραπή.
Τζούρα πρώτη. Καπνός έξω. Δεύτερη, καπνός έξω, σαν ασκήσεις ανώδυνου τοκετού.


Το γονάτισε, στο τέλος δεν έμεινε γόπα να σβήσει. Είχε μείνει μόνος και ακόμα τα αυτιά βούιζαν από τα γκάζια και τις ψηλές εντάσεις. Είχε ηρεμήσει όμως.

Πιο κάτω μόνο το φως μιας καντίνας σταματούσε για λίγο το σκοτάδι.


Ζήτησε ένα βραστό διπλό. Το κράτησε λάγνα στα χέρια. Δίπλα του ένας άλλος. Του φάνηκε γνωστός. Ναι, συμμαθητής από το σχολείο, τότε που ήταν μικροί και έπαιζαν μπάλα και ξύλο με τα παιδιά από τις άλλες τάξεις. Χάρηκε που τον είδε. Ήταν σχεδόν ευτυχισμένος!

Τον κοιτούσε χαμογελώντας. Ο άλλος γύρισε.

- Τι έγινε ρε μάγκα τρέχει κάτι...; Τι σκατά θες και γελάς;"

Πάγωσε. Συνέχισε να κοιτάει.
- Τι κοιτάς ρε σκατό...; Δε σ'αρέσει η φάτσα μου; Ούτε εμένα μ'αρέσει η μαλακία που φοράς στο κεφάλι σου.


- Άντε και γαμήσου...., ψιθύρισε.

- Τι είπες;
- Άντε γαμήσου, ξαναψυθίρισε.


Με την πρώτη μπουνιά τού 'φυγε το βραστό από τα χέρια. Προσπάθησε να σηκωθεί ήρεμα από κάτω, να βάλει το χέρι στην τσέπη για να πάρει τσιγάρα και αναπτήρα. Το ίδιο έκανε κι άλλος. Μόνο το έκανε πολύ πιο γρήγορα κι αυτό που τράβηξε ήταν "πεταλούδα". Τη στριφογύρισε κι αυτή ανοίγοντας άστραψε απ' το "νέον" της καντίνας. Κι όρμηξε πάνω του πριν προλάβει ν' ανάψει το τσιγάρο του...

Ο καντινιέρης έκλεισε τα στόρια κλείδωσε και έφυγε τρέχοντας. Οι δυο τους ακόμα πλακώνονταν.

..............................................................


..............................................................



Όταν ήρθε το ασθενοφόρο και τον μάζεψαν εκείνος δεν είχε πρόσωπο. Μόνο βγαλμένα μάτια, σκόρπια κομμάτια σάρκας, σπασμένα κόκκαλα, ασπροκόκκινα από τα αίματα και μια καρδιά που δυστυχώς γι'αυτόν ακόμα χτυπούσε.

Δώρο από τον παλιό του συμμαθητή, που μπορεί να του είχε αφήσει το πρόσωπο στη θέση του, αν εκείνος πρώτα τον είχε αφήσει να ανάψει ένα τσιγάρο.


9 comments:

bloggoios said...

και υστερα σου λενε οτι το τσιγαρο σκοτωνει.
το αντιθετο μαλλον ισχυει.
παρεπιπτοντως το μπλοκακι ειναι θεϊκο! τα ασματα κορυφαια!!!!!!!

nosyparker said...

Ελπίζω μόνο να μην είναι αληθινή ιστορία.

atg said...

sto skuladiko epaikse blouzia simera

kai ksereis poso tou pigaine ?

nahames nakanamoko said...

όχι ρε bloggoie και το τσιγάρο σκοτώνει καμιά φορά

nosy
τι να σου πω ρε συ, αυτό μέσα στον καθένα, για κάποιους μπορεί να ναι μούφα, για άλλους αληθινή

atgάκι μπααα δεν έχω ιδέα

atg said...

e tou pigaine polu
gia na ksereis ...!

Tertuliano Máximo Afonso said...

Είσαι υπέροχος!

(Ρε γαμώτο πως και ποτέ δεν είχα ακούσει το "Κορίτσι του μπαρ"; Τώρα ντρέπομαι!..)

nahames nakanamoko said...

εντάξει λοιπόν atgάκι!

σ'ευχαριστώ senor Tertul!

Erisabetsu-chan said...

πολύ διασκεδαστικό πόστ.

nahames nakanamoko said...

erisabetsu απέτυχα δηλαδή....
εκτός αν εννοείς το blog