skip to main |
skip to sidebar
Η χρονιά είχε ξεκινήσει άσχημα απ' την αρχή. Το μαγαζί πήγαινε κατά διαόλου. Δεν είχε διαφημιστεί καν η επαναλειτουργία του και τις Πέμπτες παίζαμε άδειοι, τις Παρασκευές μισοάδειοι και μόνο τα Σάββατα γέμιζε κάπως και προσπαθούσαν τα αφεντικά να ρεφάρουν τη χασούρα απ' τις προηγούμενες μέρες. Ήταν παλιοί στη νύχτα κι είχαν φτάσει σε πολλά δοξασμένα απόγεια πριν από δυο δεκαετίες. Λεγόταν τότε ότι έφευγαν Κυριακή με τα λεφτά σε τσουβάλια και Δευτέρα πρωί πετούσαν για Παρίσι, έπιναν μερικούς καφέδες, έκαναν μερικές βόλτες και το βράδυ γύριζαν. Βέβαια από εκείνες τις εποχές είχαν παρέλθει χρεωκοπίες, δηλώσεις πτώχευσης, φεσιά καρφωμένα για πάντα στις καράφλες των δύστυχων που τους έτυχε να πουλήσουν κάτι ή να παράσχουν υπηρεσία στους μάγκες. Στ' αλήθεια ο ένας,ο Δ2 ήταν αφεντικό στα χαρτια. Είχε όλη την επιχείρηση στο όνομά του, έκοβε τις επιταγές, έκανε όλη τη γραφειοκρατεία και το τρέξιμο και βέβαια τον κίνδυνο της ψειρούς αν κάτι στράβωνε πραγματικά. Ο άλλος, ο Δ1 είχε το χρήμα. Λόγω των πτωχεύσεων που προανέφερα δεν είχε δικαίωμα ιδιοκτησίας κι έτσι η δουλειά ήταν στο όνομα του Δ2.
Εκείνη η χρονιά λοιπόν έδειξε απ' την αρχή ότι έμελλε να είναι η τελευταία για εκείνο το μαγαζί. Έτσι κι έγινε. Άκουσα ότι υπήρξαν νύχτες - σκηνικά που έγιναν λίγο καιρό αφότου παραιτήθηκα από κει - που έκαναν ντου οι δανειστές κι όσοι είχαν να παίρνουν και άδειασαν εν ψυχρώ τα ταμεία.
Είχαν λάθος επιλογές και στην ορχήστρα. Για το λαϊκό μέρος είχαν πάρει έναν ομορφονιό, που είχε δουλέψει - έλεγε - και με την λαίδη Α.. Κλασσικός σκυλάς, πέφτουλας, κίτσαρος κι όλα τα τυπικά που έχουν συνήθως οι λαϊκοί τραγουδιστές. Αλλά δεν τα λεγε τα κομμάτια,φάλτσαρε, δεν είχε δύναμη και γκάζι στη φωνή και έτσι δρώντας σπασμωδικά η διοίκηση τον έστειλε αδιάβαστο πριν βρουν καν αντικαταστάτη. Το φίδι απ' την τρύπα θα το έβγαζε για ακόμη μια φορά ο Δ2 που ήταν και τραγουδιστής, όχι τίποτα ιδιαίτερο - σαραντάρης και κάτι, μπαμπάτσικος και αντιτουριστικός - αλλά για κάνα δυο Σαββατοκύριακα θα έκανε δουλειά. Λίγο αργότερα έιχαν φέρει και τον Δ.Τ. μια παλιά δόξα των 80's που είχε το κοινό του στην πόλη αλλά αυτός έφυγε από μόνος του πρώτον γιατί ήταν γάτα και παλαίουρας και μυρίστηκε το φιάσκο και δεύτερον γιατί το μαγαζί παραήταν ποιοτικό για τα γούστα του αν και καθαρό μπουζουξίδικο.
Τέλος πάντων, μετά κι απ' αυτόν δεν μπορέσαν να σταυρώσουν λαρύγγι. Τραγούδησε ο Δ2 για βδομάδες. Ο Δ1 απεγνωσμένος μην μπορώντας να βρει λαϊκό νεαρό και σέξυ, έβγαινε στη γύρα τα Σαββατόβραδα που είμασταν γεμάτοι, πήγαινε σε ένα ένα τα τραπέζια σαν αρσενικός κονσομασιονίστας και όποιον καλούτσικο έβλεπε και έκρινε ότι θα μπορούσε να σταθεί οπτικά στην πίστα τον ρωτούσε αν ήταν τραγουδιστής. Όποιος έκανε το λάθος να απαντήσει θετικά, ο Δ1 τον άρπαζε αμέσως απ' το γιακά και τον τραβούσε πάνω για επί τόπου οντισιόν. Έιχαμε δει πολλά τότε. Με το Β. το μπασίστα (ναι ναι, ο γκαντέμης που αναφέρεται σε προηγούμενο ποστ) κι είχαμε γελάσει τόσο που έφτανε για όλη τη σεζόν και την καλοκαιρινή μαζί.
Ένα βράδυ ανέβασε ένα κοντοστούπη, γυμνασμένο, με μαλλί ψιλοχαίτη α λα "Ζαγοράκης", ντύσιμο χωριατοτρέντυ, ουρίτσα, δαχτυλίδι εννοείται και κολώνια Αρμάνι πέντε κιλά ανα τετραγωνικό δεκατόμετρο σωματικής επιφάνειας. Είχαμε τελειώσει με τα τσιφτετέλια και τις ρούμπες και είμασταν στο ακουστικό πρόγραμμα. Γυρνάει και λέει στο μαέστρο. "Μαεστράκο μου, το "Ολα σ' αγαπάνε" από Λα το έχουμε;" Ο μαέστρος ξεκινάει το αρπέτζιο και μπαίνει στο κουπλέ. Παίζουμε το κομμάτι, φτάνουμε στην κορύφωση του ρεφρέν, ξανά κουπλέ, ξανά μανά ρεφρέν και εκεί που πάμε να κλείσουμε ο τυπάς το κάνει ποτ πουρί με ένα άλλο, στο ίδιο τέμπο και γκαρίζει κάτι σαν "Αγγε-λι-κήήήήή, αγγε-λι-κήήήήήή......". Στην αρχή νομίζαμε ότι ο τραγουδιάρης έχωσε μέσα στο κομμάτι του Γονίδη το όνομα κάποιας, αλλά δεν ήταν έτσι γιατί μέσα στο γκάρισμα υπήρχε μια κάποια μελωδία.
Ο μαέστρος κι ο Β. χρόνια στις πίστες με ρεπερτόριο τρελό, τα έχασαν. Ψάχναν να βρουν συγχορδίες, κλίμακες, της πουτάνας έγινε. Τα μόνα σταθερά εκεί πάνω ήταν ο σκύλος που γκάριζε για κάποια Αγγελική - μάλλον - κι εγώ που είχα πάρει τέμπο απ' το προηγούμενο κομμάτι. Ξαφνικά ο Γ. ο πληκτράς, που είχε αυτί ψηφιακό και βιονικό μαζί, βρήκε την άκρη και με τα δάχτυλα έδειξε την αλληλουχία των συγχορδιών και μπήκανε όλοι στο σωστό τόνο. Τελειώνοντας το ρεφρέν διαπιστώσαμε με δάκρυα από τα νευρικά γέλια ότι ο υπό εξέταση τραγουδιστής είχε κάνει μια θλιβερή προσπάθεια να εισάγει στην αθάνατη ελληνική νύχτα τη μεγάλη ξένη επιτυχία "Without you"...Βεβαίως και δεν εργάστηκε ποτέ σε εκείνο το μαγαζί...
I can't live
If living is without you
I can't give
I can't give any more (2)
Φιλιά, Nahames
Δυο χρονάκια και βάλε έχω να γράψω καμιά ιστοριούλα εδώ. Φταίει που ξέκοψα απ' τα τσίφτια και τις ρούμπες. Ωστόσο αυτό το καημένο το blogάκι πολύ το αγαπώ και μου έλειψε. Έτυχε κάνα δυο φορές να βρεθώ βέβαια να παίζω σε κανένα γάμο έτσι για το μεροκάματο και γύρισα λίγο νοερά πίσω. Ωστόσο πέρα από τη συνηθισμένη ηλιθιότητα, την βλακώδη εξωστρέφεια και τα χαμηλού επιπέδου σεξουαλικά υπονοούμενα που πετάνε οι καλεσμένοι στο ζεύγος, πέρα από την αδικαιολόγητη χαρά - που ποτέ δεν μπόρεσα να διανοηθώ, αφού ποτέ δε δέχτηκα το ότι πρέπει να χαίρεται κανείς όταν δυο άνθρωποι ακολουθούν τυφλά τα βελάκια στης συμβατικής ζωής ικανοποιώντας τις απαιτήσεις μιας βαθιά θρησκόληπτης κοινωνίας - δε συνέβη τίποτα το συνταρακτικό και άξιο αναφοράς σε εκείνα τα γλέντια. Γι' αυτό θα διηγηθώ μερικές ιστορίες που κυκλοφορούν για χρόνια ανάμεσα στους μουσικούς της νύχτας, που κανείς δεν ξέρει αν είναι αληθινές ή φαντάσματα. Όπως και να 'χει όμως η αφήγησή τους και μόνο τους δίνει υπόσταση.
Ιστορία 1η:
Γίνεται γάμος στα Γιαννιτσά. Η ορχήστρα όλοι γύφτοι. Το ζευγάρι έχει αργήσει υπερβολικά να έρθει στο γλέντι. Οι γύφτοι έχουν παίξει όλα τα παραδοσιακά. Δεν έχουν άλλη επιλογή απ' το να ανέβει ο λαικός να τραγουδίσει καμιά ζειμπεκιά. Γυρίζει στην ορχήστρα και τους ψιθυρίζει: "Πάμε, "ένας αλήτης πέθανε" μάγκες...". Κάνει ταξίμι ο μπουζουξής, είναι έτοιμος ο ντράμερ να δώσει 7,8,9 για να αρχίσουν αλλά τους διακόπτει ο πεθερός που μπουκάρει στην αίθουσα γκαρίζοντας "ΉΡΘΑΝ, ΉΡΘΑΑΑΑΑΑΑΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝ". Αμέσως ο κλαριντζής, παλιός στην πιάτσα αρχίζει να παίζει την εισαγωγή απ' το "Ωραία που 'ναι η νύφη μας", συρτό σε 7/8. Μπαίνουν όλοι, μπαίνει το ζευγάρι, ο κόσμος τους πετάει λουλούδια! Αποθέωση, η καλύτερη στιγμή της συμβατικής ζωής τους. Τα βίντεο τραβάνε, οι φωτογράφοι το ίδιο. Όλη η χαρά του κόσμου μαζεμένη σε εκείνη την αίθουσα κοινωνικών εκδηλώσεων! Τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά πια. Σχεδόν τίποτα δηλαδή. Τελειώνει η εισαγωγή και στο πρώτο κουπλέ, ο λαικός που είχε απομείνει πάνω για τις ζειμπεκιές μπερδεύεται και αντί για τα λόγια του "Ωραία που 'ναι η νύφη μας" τραγουδάει πάνω στην ίδια μελωδία: "Έεεενας αλητης πεθανεεεεεε, στο πάρκο στην πλατειειειειαααααα......."
Ιστορία 2η:
Άλλος γάμος, πάλι με γύφτους στην ορχήστρα. Πιάνει ο κουμπάρος τον πληκτρά πριν αρχίσουν και του λέει:
- Που σαι μάστορα, το εμβατήριο του γάμου το ξέ'ς;
- Νε μπρε καρντάση, μιν στεναχοριέσε, απαντάει ο γιούφτος.- Σίγουρα ε; Αυτό που πάει παμ παμ παπααααμ, του ψιλοτραγουδάει τις τρεις τέσσερις πρώτες νότες.
- Νε ντεεεε σου λέω, ότι τέλις σου πέζο ρε κουμπάρε, όλα τα ξέρο.
Ο κουμπάρος αποχωρεί ήσυχος. Ο καημένος.
Μόλις μπαίνει το ζεύγος από μακριά κάνει νεύμα στον πληκτρά να αρχίζει, αυτός παίζει σωστά τις πρώτες νότες αλλά αντί να συνεχίσει τη σωστή μελωδία μπερδεύεται και παίζει το Χριστουγεννιάτικο "Ω έλατο ω έλατο μ' αρέσεις πώς μ' αρέσεις" μιας και οι τρεις τέσσερις πρώτες νότες και στα δυο θέματα είναι ακριβώς οι ίδιες...
Ιστοριά 3η:
Όχι απο γάμο. Απο σκυλάδικο στην Παραλία Κατερίνης. Στα μέσα της σεζόν έχει αλλάξει ο λαικός ο τραγουδιάρης. Έχουν πάρει ένα παλικαράκι, νόστιμο, ψηλό, καινούριο στη δουλειά και με μικρότερο μεροκάματο. Ο μαέστρος ωστόσο διατηρεί έναν κάποιο σκεπτικισμό λόγω της απειρίας του νεαρού. Γρήγορα όμως τον κάνει γαργάρα το σκεπτικισμό του γιατί ο τραγουδιστής είναι ανιψιός ενός από τα αφεντικά. Πρώτο του Σαββατόβραδο, εκεί που λέει τσιφτετέλια κι ο κόσμος χορεύει όλα πάνε καλά κι ο μαέστρος έχει αρχίσει να χαλαρώνει ξαφνικά μπουκάρει απροειδοποίητα και χωρίς κράτηση ο καλύτερος πελάτης του μαγαζιού εδώ και χρόνια. Ο τύπος βιομήχανος, λεφτά με ουρά, ζημιές επικές στο κατάστημα, σχεδόν το αγοράζει απ' την αρχή κάθε φορά. Αγαπημένο τραγούδι του το "Ένα βράδυ που 'βρεχε". Η ορχήστρα έχει σαφή όρντινα πώς αν δουν τον τύπο να μπαίνει να αρχίσουν να το παίζουν πάση θυσία ανεξαρτήτως του τι έπαιζαν εκείνη τη στιγμή, ανεξάρτητα από το αν χόρευε ο κόσμος ή ακόμη αν στο πρώτο τραπέζι καθόταν ο πρωθυπουργός και είχε δώσει παραγελλιά. Λοιπόν κόβονται τα τσιφτετέλια μαχαίρι κι μπαίνουν στο "Ένα βράδυ που 'βρεχε". Ο πιτσιρικάς γυρναει στο μαέστρο και λέει: "Μαέστρο δεν ξέρω τα λόγια". "Τιιιιι;;;; Σκάσε και τραγούδα μαλακισμένο, θα χάσουμε τη δουλειά μας". Τελειώνει η εισαγωγή κι ο μικρός που θυμόταν μόνο τον πρώτο στίχο αντί για:
ένα βράδυ που βρεχε που βρεχε μονότονα
έφυγες αγάπη μου
ποιός σε πήρε να 'ξερα
και θα τονε σκότωνα
ένα βράδυ που 'βρεχε που 'βρεχε μονότονα
εκείνος τραγούδησε:
ένα βράδυ που βρεχε ένα βραδυ που βρεχε
ένα βράδυ που βρεχε
ενα βράδυ που βρεχε
ενα βράδυ που βρεχε
ένα βράδυ που βρεχε ένα βράδυ που βρεχε
παρόλα αυτά ο τζερτζελές και το σπασίδι ήταν ίδια όπως κάθε προηγούμενη φορά...
Σας φιλώ, nahames
Πανάθεμά με, δεκατρία χρόνια στην επαρχία είδα γάμους όλων των ειδών. Είδα ποντιακούς είδα σαρακατσάνικους, είδα βλάχικους μέχρι και κρητικούς είδα να παντρεύονται στον ιστορικό και ακριτικό νομό Κιλκίς.
Μόλις πριν δυο βδομάδες όμως και αφού χρειάστηκε κάνα μήνα να δουλέψω στο γαμο-σκυλάδικο έμαθα τι έιναι η Samba. Ο καημένος ο δάσκαλός μου στα τύμπανα αλλιώς μου το είχε περιγράψει... "Ρυθμός εκ Λατινικής Αμερικής, τεσσάρων τετάρτων, με αφρικανικές καταβολές. Το βασικό ρυθμό ostinato, δίνει το βαθύ τύμπανο "Surdo" και ο ρυθμός συμπληρώνεται με κρουστά υψηλότερων συχνοτήτων (congas, bongos και timbales) αλλά και διάφορα κρουστά χειρός (guirro, clave κ.ά.). Το μελέτησα καλά μάλιστα και με πολλές παραλλάγες, άκουσα και πολλά τέτοια κομμάτια βάζοντας στην Τ.V. αποσπάσματα από τα καλύτερα γκολ του Copa Libertadores για να είμαι στο κλίμα.
Ένα Σαββάάάτο/βράδυ καλέ Μαρίίία/μια Κυριακή πρωωωί/ όλα αυτά κατέρρευσαν με μιας/
Ήταν Σαρακατσάνοι το ζεύγος που νοίκιασε το χώρο και έφεραν και τρεις μουσικούς της φυλής τους να παίξουν μερικά κομμάτια με τον αυθεντικό Σαρακατσάνικο ήχο (ξέρεις, με τους κιθαρίστες που πιάνουν στη Gibson τη Μι με τον αντίχειρα), έναν τραγουδιστή και ένα κλαρίνο.
Καθόμασταν με τη σειρούλα μου, τον πληκτρά το Νίκο και το μαέστρο τον Παύλο και τρώγαμε μπεζέδες, σε κάτι πολύ ωραίες ξαπλώστρες, φυσούσε και το αεράκι απαλά, έπαιζαν και τα Σαρακατσάνικα από πάνω κι ήταν λες κι ήμασταν στο Καϊμάκ Τσαλάν καλοκαίρι καιρό!
Κάπου κάπου άκουγα τον τραγουδιστή εκεί που τραγουδούσε να κόβει τα λόγια και να λέει:
- Σάμπα ο γαμπρός, σάμπα ο γαμπρός...
Ή
- Σάμπα ο πεθερός, σάμπα ο πεθερός...
Ή ακόμη
- Σάμπα o κύριος, σάμπα ο κύριος όταν απευθυνόταν σε κάποιον άγνωστο.
Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι μερικοί από τους συγγενείς ήταν χρόνια μετανάστες στο Sao Paolo και παρήγγελναν συνεχώς Samba και αναρωτιόμουν γιατί άραγε να 'χουν κολλήσει με τη Samba. Χάθηκε να ζητήσουν κάτι άλλο; Αφού βλέπεις ρε κύριος ότι δεν το 'χουν οι μουσικοί, γιατί δε λες για καμιά Bossa ή κάνα Mambo στην τελική;
Γινόταν πολλή ώρα αυτό ώσπου κάποιος μου έλυσε την απορία.
"Σάμπα" φωνάζει ο τραγουδιστής στο γάμο όταν κάποιος του πετάει "χαρτούρα", οπότε με τον τρόπο αυτό ικανοποιεί τον χρηματοδότη του αφού αναφέρει δημόσια ότι έδωσε λεφτά στην ορχήστρα, άρα έτσι κάνει τη μόστρα του (βασικό στοιχείο σε ένα γλέντι να κάνεις μόστρα) και ταυτόχρονα τον τσιγκλάει να δώσει κι άλλα για περαιτέρω επίδειξη, προφανώς!
To Σάμπα είναι ρόμικη*, έκφραση και σημαίνει δίνω, πετάω ή κάτι τέτοιο. Αυτό λοιπόν προήλθε από τους γάμους των Ρομ (όπου σαν άλλοι Βραζιλιάνοι παίζουν μόνο τσιφτετέλια και Σάμπα) και κατέληξε μπασταρδεμένη, κάπως, συνήθεια και κάποιον άλλων φυλών.
Έπαιζαν λοιπόν Σάμπα όλη νύχτα οι Σαρακατσάνοι (εξαιρετικά χαρούμενος ρυθμός οφείλω να ομολογήσω, αφού με κάθε Σάμπα αυξάνει σημαντικά και το μεροκάματο των μουσικών) ενώ εμείς μόνο κάνα δυο φορές τσιμπήσαμε καμια μικρή Σαμπούλα, όχι τίποτα σοβαρό δηλαδή, κάνα δυο μετράκια μωρέ, δυο-τρία χτυπήματα στο Surdo και ένα fill στις timbales.
Θλιβερή Μετάφραση: από κάνα 5ευρώ έξτρα δηλαδή έκαστος. Ευτυχώς μένω πολύ κοντά στο μαγαζί οπότε μπορώ να πω ότι έβγαλα τουλάχιστο τις βενζίνες μου για κάνα δίμηνο, πράμα που δεν μπορούν να πουν οι υπόλοιποι μουσικοί που κατοικούν μακριά απ' τη δουλειά!
Ας είναι. Τουλάχιστον μια ακόμη μεγάλη πτυχή της λαογραφίας προστέθηκε στο βιογραφικό μου ως μουσικός κι ίσως κάποτε μ' αυτά και μ' αυτά να καταφέρω το μεγάλο μου όνειρο: Να ξεπεράσω σε συγγράμματα και απαγορευμένες εκδόσεις το μεγάλο δάσκαλο Ηλία Πετρόπουλο.
* Ρόμικος/η/ο : Τσιγγάνικος/η/ο για τους αμόρφωτους, από το λατινικό (;) Rom
Σέρβικο ανέκδοτο: Στη Σερβία δεν έχουν μαύρους να πουλάν CD στα καφέ. Τη δουλειά αυτή την έχουν πάρει μονοπώλειο ο Τσιγγάνοι (οι Rom δηλαδή στα Σέρβικα):
- Πώς λέγεται ο γύφτος που πουλάει CD στα καφέ στο Βελιγράδι;
- Πώς;
- CD-ROM.
Τον ένα μήνα σχεδόν που δουλεύω στο αναφερθέν σε προηγούμενο ποστ Γάμο-σκυλάδικο (Ειδική κατηγορία σκυλάδικου που εξειδικεύεται στη διοργάνωση δεξιώσεων γάμων,βαφτίσεων και παντώς τύπου δεξιώσεων, η αίθουσα κλιματίζεται), αν στίψω όλες μου τις αναμνήσεις στο τέλος θα μείνει ότι κάθε γάμος έχει κάτι το διαφορετικό. Πίστευα ότι τελικά θα είναι μια ρουτίνα, μια τυποποίηση εκδηλώσεων αλλά η διαφορετικότητα της ζωής και των ανθρώπων δημιουργούν παραλλαγές σε κάθε περίπτωση.
Ο πρώτος γάμος δεν είχε κάτι το συνταρακτικό, μάλλον γιατί ήταν ο πρώτος μου οπότε κάθετι ήταν καινούριο. Απλά μείναμε ώς τις 4μιση περιμένοντας να φύγει και η τελευταία παρέα που είχε καρφωθεί στις θέσεις της. Εμείς παίζαμε όσο πιο χάλια γινόταν (όχι για να φύγουνε,απλά τόσο μπορούσαμε). Ο δεύτερος ήταν αλλιώς. Ο γαμπρός παλιός ροκάς ήθελε να έρθουν και κάτι φίλοι του να παίξουν με τη μπάντα τους. Είχαν συνενοηθεί και με τη διεύθυνση όποτε από εμάς είχαν το οκ, χαρά μας να καθόμαστε και να πληρωνόμαστε και να ακούμε Beatles,Stones και Jethro αντί για "Άιντε Ρεγγίνα" και "Γλύκα γλύκα". Τα παιδιά έπαιξαν υπέροχα, αυθεντικά, είχαν πολύ προσεγμένο τον ήχο τους που προσέγγιζε πάρα πολύ τον παλιό αυθεντικό ροκ ήχο,είχαν και όνομα και έπαιζαν χρόνια στην πόλη "The Skelters". Στο Τρίτο Στεφάνι που εκλήθην να διασκεδάσω τους καλεσμένους, πριν έρθει το ζεύγος σε έναν προτζέκτορα προβάλλονταν εικόνες από τη ζωή τους, από διακοπές,από τα παιδικά τους χρόνια από ένα σωρό στιγμές!Έβλεπες δυο πολύ όμορφα μελαχρινά παιδιά, συμπαθητικά, πολύ ερωτευμένα με μεγάλα μαύρα μάτια! Όταν έφτασαν μέσα σε κορναρίσματα και χειροκροτήματα και ήρθαν στο κέντρο του χώρου σοκαρίστηκα. Ο γαμπρός ήταν μια σκιά. Δεν είχε πάνω ούτε μια τρίχα, ούτε φρύδια, ούτε βλεφαρίδες,δυο μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και βλέμμα μελαγχολικό που προσπαθούσε να χαμογελάει. Την ήξερα καλά αυτή την εικόνα. Χημειοθεραπείες. Έτσι όπως έμπλεκε η χτυπημένη υγεία του παιδιού με τη χαρά του γάμου του, θυμήθηκα τον κολλητό του πατέρα μου-λίγους μήνες πριν πεθάνει-στη βάφτιση του μικρού του γιου, που η χαρά ήταν μισή και ανακτεμένη με πίκρα, γιατί ο ίδιος ήταν σωματικά παρών αλλά δεν είχε σχεδόν καμία επικοινωνία με το περιβάλλον.
Μια φίλη μου μισεί το 4 επειδή έχει γωνίες και είναι τρομακτικό. Ευτυχώς ο τέταρτος γάμος μόνο γέλια και χαζοχαρούμενα σκηνικά είχε. Το πιο ωραίο ήταν ότι έσκασαν γαμπρός και νύφη με τη Harley Davidson και την τσακαλοπαρέα (όλοι μέλη του Harley Davidson club) και έγινε πανικός από τα μαρσαρίσματα και τις κόρνες! Αυτά είναι τα ωραία! Είπα και στον κιθαρίστα εκείνη την ώρα να παίξουμε το Born to be wild άλλα δεν το ήξερε ο σκυλάς!
Χτες το βράδυ συντελέστηκε το νούμερο 5! Αυτοί είχαν ζητήσει από την αρχή μόνο ρεμπέτικα και σκυλάδικα όσο πιο πολύ γίνεται. Τέλος πάντων πάιξαμε απ' όλα πάλι, ένας τύπος γύρω στα 45 ερχόταν κάθε τόσο και ήθελε να τραγουδήσει. Κάθε φορά που ερχόταν ήταν όλο και πιο κομμάτια.
- 25 χρόνια μουσικός είμαι ρε παιδιά, δεν είμαι κάνα ψώνιο ρε!
Ερχόταν κάθε τόσο η Χριστίνα και τον ηρεμούσε. Στο τέλος έγινε φασαρία, κανείς δεν είχε καταλάβει πως ήταν ο πατέρας της νύφης. Αν το ήξεραν απ' την αρχή θα τον άφηναν χωρίς σούξου μούξου, αφού αυτός πληρώνει στην τελική, ας κάνει ό,τι θέλει. Τραγούδησε τελικά και μπορώ να πω πως ήταν πολύ καλύτερος από τους τραγουδιστές που έχουμε εκεί, μετά φώναξε και τις δυό κόρηεςτου που ήταν κι αυτές τραγουδίστριες, πολύ γλυκιές φωνή και παρουσίες και τραγουδούσαν η μιά με το φόρεμα κι η άλλη με το νυφικό. Ανέβηκαν και κάτι άλλοι φίλοι τους τραγουδιστές, τόσοι πολλοί που αναρωτιόμουν μήπως είχαν και κανένα φίλο drummer στην παρέα να κάνει κι αυτός το κομμάτι του να με ξεκουράσει κι εμένα λίγο.
Τελικά το "καληνύχτα" στον κόσμο το είπε η νύφη, γιατί ως παιδί της νύχτας κι αυτή, ήξερε πώς είναι να μην μπορείς να σχολάσεις εξαιτίας 5-6 ατόμων που δε λένε να φύγουν όποτε από συναδελφική αλληλεγγύη το έληξε από μόνη της!
God bless you all and have a nice life!
Έχεις καμμένη μήτρα, διαλυμένα σκέλια από τα ανοίγματα, σημάδι από κάψιμο στο στήθος και σπασμένη μύτη...τα δόντια σου μετρημένα, η μάνα σου αγαπούσε το "Βαϊα", αλλά οι δρόμοι σε ξέρουν Βιβή.
Λίγα κέρματα κουδούνισαν απόψε το κεραμικό στο πιατάκι της, λίγο κόσμο κι οι τουαλέτες, το μαγαζί για άλλους μισογεμάτο και για άλλους μισοάδειο, για τη Βιβή όμως μετράνε μόνο τα κέρματα και όταν η ώρα πάει δύο, τα αφήνει όπως είναι κι ανεβαίνει πάνω να κοιτάξει και να ακούσει!
Εκείνη την ώρα έβγαιναν τρεις πιτσιρικάδες που τους έλεγαν ανερχόμενους, έκαναν τότε ένα ποτ-πουρί με λαϊκά και ποπ τραγούδια του χτες και του σήμερα, μοντελάκια, με τους κοιλιακούς τους, τις αποτριχώσεις τους, τα ανώδυνα piercing τους.
Κοιτούσε πάντα κοκκαλωμένη, συχνά με ερωτευμένο χαμόγελο ή με έκπληκτο, μισάνοιχτο στόμα.
Οι πιτσιρίκες την κορόιδευαν. Η Ξένια που δούλευε στα λουλούδια έλεγε καμιά φορά: "Κοτζάμ εξηντάρα να χαλβαδιάζει τα τεκνά...; Αλλά άμα η γυναίκα το ΄χει το γαμήσι στο αίμα της δεν της το βγάζει ούτε δεσπότης από μέσα της". Η Βιβή είχε 10 χρόνια που 'χε παρατήσει τα σπίτια. Τότε που ήταν πια πενήντα κανένας νταβατζής, για καμιά τιμή δεν έκανε ντίλες μαζί της κι έτσι έβγαινε στο πεζοδρόμιο μοναχή. Είχε σιχαθεί. Τότε ψώνιζε μόνο γέρους και ανώμαλους και στα γεράματα της την έφτιαξαν έτσι, στραβή τη μύτη
Όταν τελείωνε το πρόγραμμα των παιδιών αυτή γύριζε στην κόλασή της. Ανάμεσα σε μυρωδιές από μεθυσμένα κάτουρα και σκόρπιους εμετούς, που εξέλυαν αηδιαστικό αέριο φτιαγμένο από ουίσκυ και κοκα κόλα, χωμένη σε κόσμο τελείως δικό της, που σ' αυτόν δεν υπήρχαν περιφρονήσεις, ούτε ματιές oίκτου, ούτε ψεύτικες ηθικές. Kι είχε συνήθισει τα κάτουρα, αφού είχε σταματήσει να μυρίζει τις βρωμιές που αφήνουν οι άνθρωποι πίσω τους κι αυτές που είχε αφήσει κι αυτή πίσω της με τα χρόνια. Ένιωθε καθαρή.
Ξανανέβαινε πάνω στο κλείσιμο και όταν κατέβαινε τα κέρματα στο πιατάκι της ήταν πάντα λιγότερα. Λες και κάποιο από τα αφεντικά την τιμωρούσε που ερχόταν πάνω και ασχήμαινε την εικόνα του μαγαζιού. Αλλά για αυτήν, εκείνο το κοίταγμα άξιζε πολλά περισσότερα και τότε γελούσε περιφρονητικά στον κλέφτη, γιατί ήξερε ότι για μια ματιά μπορούσε να ζήσει και με πιο λίγα.
Κάποτε μια μικρούλα, πηδηχτούλα λουλουδού της το πέταξε κατάμουτρα, που κοιτούσε έτσι προκλητικά τους τρεις πιο ωραίους τραγουδιστές της σεζόν. Κι εκείνη απάντησε ήρεμη και σίγουρη για το θέλω της, δείχνοντας με το τσιγάρο κρατημένο ανάμεσα στα φαγωμένα μανικιούρ: "Τον έναν μόνο κοιτάω κουκλάκι μου, τον έναν ".
Κανείς δεν είχε καταφέρει να καταλάβει τι είχε η Βιβή στο μυαλό της γι' αυτόν. Πολλές φορές που τη συζητούσαν κρυφά, κάνα δυο είχαν πει ότι η Βιβή είναι αρκετά τρελή και η σκέψη τους πήγαινε σε εγκλήματα σαν κι αυτά που έδειχναν στον "Κόκκινο κύκλο".
Η Βιβή κάποτε ήπιε αρκετά. Άντεχε σα σίδερο το ποτό και ήξερε να ρεγουλάρει το οινόπνευμα στο αίμα της. Όμως εκείνο το βράδυ χρειαζόταν κουράγιο. Είχε πάρει αποφάσεις η Βιβή. Και έτσι έπινε όλη νύχτα.
Σκορπιός υπνωτισμένος, τον περίμενε στα σκοτεινά, όταν όλες οι ταμπέλες έσβησαν, λίγο πριν βγει ο καλοκαιρινός ήλιος. Και όταν τον είδε να φτάνει μαζί με μια μικρούλα τσουλίτσα τραγουδίστρια, απ' αυτές που χαρίζουν το τρυφερό μουνάκι τους στο βρωμόστομα οποιουδήποτε λιγδιάρη μαέστρου ή σιχαμερού μαγαζάτορα μόνο για ένα ρεφραίν παραπάνω στο λαικό πρόγραμμα θόλωσε. Πετάχτηκε μπροστά τους με μίσος στην καρδιά και φωτιά στο αίμα και τους έκοψε το δρόμο. Η τσουλίτσα τσίριξε και έκανε πίσω. Ο άλλος όμως ήταν ψύχραιμος και έμεινε ακίνητος. Τη θυμόταν από το μαγαζί, την είχε προσέξει κάνα δυο φορές.
- Τι θες; ρώτησε
Η Βιβή πλησίασε σαν πεινασμένος λύκος. Του άρπαξε το χέρι και το κλείδωσε μέσα στα δικά της, τα τραχιά. Δάκρυσε από παντού. Στόμα, μύτη, μάτια, αυτιά. Και το βλέμμα της άλλαξε. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε πως αν είχε ουρά θα την κουνούσε:
- Ό,τι έμεινε επάνω μου απείραχτο είναι τα μάτια μου, είπε. Δες τα, είναι τα ολόιδια με τα δικά σου.
- ....ναι έχεις δίκιο, απάντησε τρέμοντας και έφυγε. Καληνύχτα.
- Καληνύχτα.
..........................................
Έφυγε λοιπόν αυτός με το αμάξι του χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, η τσουλίτσα σαστισμένη μπήκε στο δικό της και η Βιβή έμεινε καπνίζοντας καθισμένη στο πεζοδρόμιο περιμένοντας να ανέβει ο φωτεινότερος ήλιος της ζωής της. Και για πρώτη της φορά σταμάτησε να μετανοιώνει που κράτησε εκείνο το μπάσταρδο ενθυμιάκι, από το καλύτερο πήδημα της ζωής της, εικοσιπέντε χρόνια πριν με έναν που νόμιζε ότι αγαπούσε και είχε αναγκαστεί έτσι να περιμένει εννιά μήνες για να ξαναδουλέψει.
Η Βιβή.